Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Τι λέει το ΕΒΕΠ για το πλαφόν που έβαλε η κυβέρνηση σε τρόφιμα- καύσιμα. Τι θεωρεί πως θα μειώσει το πληθωρισμό

Με μέτρα- ασπιρίνες, όπως είναι η επιβολή πλαφόν στα περιθώρια μεικτού κέρδους, προσπαθεί η κυβέρνηση να περιορίσει τα φαινόμενα αισχροκέρδειας σε τρόφιμα και καύσιμα, αποφεύγοντας ριζικές λύσεις, όπως θα ήταν ο περιορισμός των έμμεσων φόρων!
«Τα λελογισμένα και σταθμισμένα “πλαφόν” στα περιθώρια μεικτού κέρδους σε καύσιμα και τρόφιμα μπορούν να λειτουργήσουν, όπως στο παρελθόν, ως μέτρο εφησυχασμού και όχι ανακούφισης», υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά Βασίλης Κορκίδης, που χαρακτήρισε την επιβολή πλαφόν «ως μια “πυροσβεστική” παρέμβαση χωρίς δημοσιονομικό κόστος».
«Η ουσιαστική απάντηση στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού δεν βρίσκεται μόνο στα προσωρινά μέτρα. Βρίσκεται σε πιο βαθιές αλλαγές, με μείωση της υπερ-εξάρτησης από την κατανάλωση ως φορολογική βάση, την αναθεώρηση των έμμεσων φόρων, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη σταδιακή αύξηση της παραγωγικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων», υπογράμμισε ο ίδιος.
Προ ημερών το ΕΒΕΠ σε αναλυτική ανακοίνωσή του είχε αναδείξει τις επιπτώσεις από την υπέρμετρη έμμεση φορολογία, που αποφέρει φορολογικά έσοδα στην κυβέρνηση.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία ευρωπαϊκά στοιχεία που διαθέτει το Ε.Β.Ε.Π και παρουσίασε, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν από 17,3% έως 19%, ως ποσοστό του ετήσιου ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,5% στην Ευρώπη, κατατάσσοντας την χώρα μας στην 4η υψηλότερη θέση στην ΕΕ, δημιουργώντας αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Παράλληλα, περίπου το 44% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ κινείται κοντά στο 33%. 
«Το σοβαρό πρόβλημα με την έμμεση φορολογία αρχίζει όταν παύει να είναι «συμπληρωματικό εργαλείο» και μετατρέπεται σε βασικό άξονα του συστήματος. Γίνεται δε πιο έντονο σε περιόδους ακρίβειας, αφού η υψηλή έμμεση φορολογία ενσωματώνεται στις τελικές τιμές και ενισχύει πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη. Σε περιβάλλον, μάλιστα, αυξημένου κόστους ζωής, αυτή η επίδραση λειτουργεί σωρευτικά. Οι φόροι στην κατανάλωση έχουν αντίστροφα προοδευτικό χαρακτήρα, αφού επιβαρύνουν όλους το ίδιο, ανεξάρτητα από το εισόδημα και τη φοροδοτική ικανότητα», ανέφερε η ανάλυση του ΕΒΕΠ.
Παρακάτω αναφέρθηκε στα οφέλη για την κυβέρνηση και τις συνέπειες για τον καταναλωτή τονίζοντας:
• «Τα πλεονεκτήματα των έμμεσων φόρων για την κυβέρνηση είναι η σταθερότητα και προβλεψιμότητα των δημοσίων εσόδων. Οι έμμεσοι φόροι προσφέρουν σταθερή ροή εσόδων στο Δημόσιο, καθώς συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, η οποία, ακόμη και σε περιόδους ύφεσης, παρουσιάζει μικρότερη μεταβλητότητα από τα εισοδήματα ή τα κέρδη».
• «Τα βασικά μειονεκτήματα των έμμεσων φόρων και οι κοινωνικές επιπτώσεις στους πολίτες είναι ο αντίστροφα προοδευτικός χαρακτήρας τους, επειδή επιβάλλονται ομοιόμορφα στην κατανάλωση, επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά. Δημιουργούν επιπρόσθετη πίεση στην αγοραστική δύναμη και τον πληθωρισμό, ενώ σε περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής, αυτό λειτουργεί περιοριστικά για την κατανάλωση και τη ζήτηση, ιδίως σε τομείς όπως το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες. Οι έμμεσοι φόροι αυξάνουν το τελικό κόστος προϊόντων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται κυρίως στην εσωτερική αγορά. Το πρόβλημα εντείνεται όταν οι άμεσοι φόροι παραμένουν σχετικά χαμηλοί ως ποσοστό του ΑΕΠ, μεταφέροντας το βάρος σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση»
«Οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα, με τα πλεονεκτήματα για την κυβέρνηση και τα μειονεκτήματα για τους πολίτες, δημιουργούν ένα διαρθρωτικό δίλημμα όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η δημοσιονομική σταθερότητα δοκιμάζει την κοινωνική αντοχή. Η υψηλή εξάρτηση από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους ενσωματώνεται στις τελικές τιμές, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Το δίλημμα είναι τί συμφέρει τα δημόσια έσοδα της χώρας, να παρέχει η κυβέρνηση γενναιόδωρες εξαιρέσεις από έναν υψηλό συντελεστή, ή να επιβάλει αδιακρίτως έναν χαμηλότερο συντελεστή;», ανέφερε ο κ. Κορκίδης. Και πρόσθεσε:
«Σύμφωνα με την Tax Foundation, η κατάργηση των εξαιρέσεων και των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα σε αυξημένα έσοδα, με έναν βασικό συντελεστή 11% από 24%, ενώ το ευρωπαϊκό μίνιμουμ επιτρεπόμενο είναι 15%. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι μια μεταρρύθμιση δύο συντελεστών ΦΠΑ θα οδηγούσε σε υψηλότερα ετήσια έσοδα από τα περίπου 29 δις ευρώ με αναδιανεμητικό αντίκτυπο, που θα ωφελούσε όλους τους καταναλωτές και τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, θα απλούστευε το φορολογικό σύστημα με χαμηλότερο διοικητικό κόστος, ενώ θα οδηγούσε σε δραστική μείωση του “κενού ΦΠΑ” από την υψηλότερη συμμόρφωση των επιχειρήσεων.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι πιο δημοφιλείς αναρτήσεις